A - I n f o s

a multi-lingual news service by, for, and about anarchists **
News in all languages
Last 30 posts (Homepage) Last two weeks' posts Our archives of old posts

The last 100 posts, according to language
Greek_ 中文 Chinese_ Castellano_ Catalan_ Deutsch_ Nederlands_ English_ Français_ Italiano_ Polski_ Português_ Russkyi_ Suomi_ Svenska_ Türkçe_ The.Supplement

The First Few Lines of The Last 10 posts in:
Castellano_ Deutsch_ Nederlands_ English_ Français_ Italiano_ Polski_ Português_ Russkyi_ Suomi_ Svenska_ Türkçe_
First few lines of all posts of last 24 hours

Links to indexes of first few lines of all posts of past 30 days | of 2002 | of 2003 | of 2004 | of 2005 | of 2006 | of 2007 | of 2008 | of 2009 | of 2010 | of 2011 | of 2012 | of 2013 | of 2014 | of 2015 | of 2016 | of 2017 | of 2018

Syndication Of A-Infos - including RDF - How to Syndicate A-Infos
Subscribe to the a-infos newsgroups

(gr) Ζήσε τον μύθο σου στα Εξάρχεια - Με αφορμή την κλοπή σε βάρος συντρόφισσας στο Πολυτεχνείο

Date Fri, 9 Nov 2018 21:50:00 +1100



Τη Δευτέρα 8 Οκτωβρίου, μέσα στο κτίριο Γκίνη γινόταν συνέλευση για την οργάνωση κινήσεων που θα απαντούσαν στη δολοφονία του/της Ζακ Κωστόπουλου/ Zackie Oh. --- Την ίδια στιγμή που συντρόφισσες και σύντροφοι προσπαθούσαν να οργανώσουν τις αντιστάσεις τους μέσα σε συνθήκες γενικευμένου κοινωνικού κανιβαλισμού, κάποιοι αντιλήφθηκαν στον προαύλιο χώρο του Πολυτεχνείου μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να κλέψουν ένα από τα δεκάδες συγκεντρωμένα μηχανάκια των αλληλέγγυων που βρίσκονταν μέσα στο κτίριο. --- Αυτή η στιγμή, εκτός από την προφανή τραγική ειρωνεία, συμπυκνώνει τόσα νοήματα που ένας σημειολόγος θα μπορούσε να γράψει ολόκληρο βιβλίο. --- Δεν είμαστε όμως σημειολόγοι. --- Ούτε δημοσιογράφοι για να μεταδόσουμε απλά τη σκανδαλώδη είδηση, ούτε γραφείο τύπου για να εκφράσουμε την καταδίκη μας. --- Είμαστε αναρχικές γι’αυτό αποφασίσαμε να γράψουμε ένα δημόσιο κείμενο, ώστε να μοιραστούμε την αντίληψή μας για τα γεγονότα, τις (κύριες)αιτίες που τα δημιουργούν καθώς και τα προτάγματά μας απέναντι τους. --- Το κείμενο αυτό δεν αποτελεί μια απάντηση στους δράστες αυτής της πράξης.

Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι η συλλογική απόφαση των αγωνιζόμενων ανθρώπων να ξεμπερδεύουν μια και καλή με τέτοιου είδους συμπεριφορές. Δεν είναι μια πλήρης τοποθέτηση πάνω στα ζητήματα της βίας και των κοινωνικών αντιθέσεων. Ούτε μπορεί να υποκαταστήσει μια συνολική αυτοκριτική που μόνο το κίνημα σαν ενιαίο (αν και ετερόκλητο)σώμα μπορεί να κάνει για τον εαυτό του. Είναι όμως μια θέση που προσφέρουμε στον δημόσιο διάλογο, με σκοπό να αποδομηθούν εκείνοι οι μύθοι που ίσως γεννούν, αλλά σίγουρα συντηρούν και αναπαράγουν τέτοια φαινόμενα. Φαινόμενα τα οποία θεωρούμε ότι βασίζονται πάνω σε λανθασμένα ή στρεβλά φαντασιακά που κάποιοι προβάλλουν πάνω στον αναρχικό χώρο και ένα ζωτικό του περιβάλλον, τα Εξάρχεια.

Και αυτό γιατί παρόλο που είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει (ή καταγράφεται) τέτοιο περιστατικό στον χώρο του Πολυτεχνείου, είναι αδύνατο να ιδωθεί έξω από τη γενικότερη κατάσταση που επικρατεί στην περιοχή. Κι αν δεν αντιμετωπιστεί η γενικότερη κατάσταση στην περιοχή είναι αδύνατο να είναι αυτή η τελευταία φορά που συμβαίνει ένα τέτοιο περιστατικό. Άλλωστε καθώς γράφονταν αυτές οι γραμμές, πληροφορούμασταν καθημερινά ότι γύρω από τον χώρο του Πολυτεχνείου μαχαιρώνονταν άνθρωποι, άλλοι ληστεύονταν με την απειλή όπλου, παρενοχλούνταν περαστικοί και κινδύνευαν σύντροφοι και συντρόφισσες.

Οι μύθοι γύρω από τα Εξάρχεια και τους αναρχικούς χτίζονται εδώ και χρόνια από το κράτος και πατάνε πάνω στην έλλειψη δυνατότητας ή διάθεσης των ίδιων των υποκειμένων που έχουν την περιοχή σαν σημείο αναφοράς να αυτοπροσδιοριστούν με σαφήνεια. Μύθοι που υπήρχαν πάντα σε λανθάνουσα μορφή και τώρα ορθώνονται μέσα σε ένα σε περιβάλλον γενικευμένης κοινωνικής άρα και κινηματικής απoσάρθρωσης, που μας καθιστά αδύναμους να υπερασπιστούμε την ταυτότητά μας. Η ύφεση των κοινωνικών και ταξικών αγώνων, πέρα από τα προβλήματα που δημιουργεί στο εσωτερικό του κινήματος, έχει αλλοιώσει σε ένα μεγάλο βαθμό και τα εγγενή μας χαρακτηριστικά. Αυτά της μαχητικότητας, της αλληλεγγύης άρα και της πίστης στις δυνάμεις μας. Έχοντας σε μεγάλο βαθμό εσωτερικεύσει την ήττα έχουμε μετατραπεί από υποκείμενα που επιχειρούν να καθορίσουν στο μέτρο του δυνατού την πραγματικότητα γύρω τους, σε παθητικούς καταναλωτές και σχολιαστές εικόνων βίας, αίματος και θανάτου. Το γεγονός ότι τα άτομα που προέβησαν σε κλοπή εις βάρος αναρχικής συντρόφισσας έχουν κάποιου είδους σχέση με τον αναρχικό χώρο (σχέση της οποίας το μέγεθος και το βάθος οφείλουν να διερευνηθούν) είναι η απτή απόδειξη της σχεδόν ολοκληρωτικής μας ήττας ως κίνημα. Όχι μόνο δεν είμαστε σε θέση να παρέμβουμε κοινωνικά, να στήσουμε οδοφράγματα στον καπιταλιστικό οδοστρωτήρα που γεννάει τέρατα σαρώνοντας τον κοινωνικό ιστό, αλλά επιπλέον απειλείται η ίδια η πολιτική μας επιβίωση. Όχι μόνο δεν είμαστε σε θέση να πολιτικοποιήσουμε κομμάτια με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή, αλλά αντιδραστικές και αλλότριες συμπεριφορές που κατακλύζουν τους δρόμους που κινούμαστε, εμφανίζονται σιγά σιγά και στις παρυφές των διαδικασιών μας. Ο αυτοαποκαλούμενος “σύντροφος” που μιλάει μέσα σε μια συνέλευση, αύριο μπορεί να φορέσει κουκούλα για να κρυφτεί από σένα και να κλέψει το μηχανάκι σου. Κι επειδή η λεπτομέρεια κάνει τη διαφορά, να κλέψει εκείνο το μηχανάκι, που είναι διαλυμένο και ξεκλείδωτο, ακριβώς επειδή μπορεί να το κάνει.

Παρεξήγηση 1η

Άγρια νεολαία και «αποπροσανατολισμένοι σύντροφοι»

Είπαμε και προηγουμένως ότι αυτό το κείμενο δεν μπορεί να είναι μια συνολική κριτική πάνω στα προβλήματα της βίας και των κοινωνικών αντιθέσεων. Οφείλουμε όμως να σταθούμε και να προσπαθήσουμε να ξεδιαλύνουμε τη σύγχυση που καλύπτει το ζήτημα της “άγριας νεολαίας” ή των “αποπροσανατολισμένων συντρόφων”. Η σύγχυση αυτή έχει λειτουργήσει σαν ένα τεράστιο πλυντήριο απαράδεκτων συμπεριφορών γύρω μας. Και η προτεραιότητα εδώ δεν είναι να ηθικολογήσουμε πάνω στις συμπεριφορές, αλλά ότι αυτές οι συμπεριφορές μεταφράζονται σε βία και αίμα, τις οποίες δυστυχώς ανεχόμαστε όσο το αίμα αυτό δεν είναι το δικό μας…

Παρά τις διαφορές ανάμεσα σε πολιτικές ομάδες και θεωρήσεις στο εσωτερικό ενός ανέκαθεν πολυτασικού χώρου, ακόμα και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της «άγριας νεολαίας» ως υποκείμενο, έχουν στο μυαλό τους πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Υπάρχει και οφείλει να γίνεται μια τεράστια διάκριση ανάμεσα στο να κατανοείς τους λόγους που γεννούν τη βία και εν προκειμένω τη μητροπολιτική βία και στο να την αποδέχεσαι ή να την δικαιολογείς. Στην πρώτη περίπτωση σημαίνει ότι παλεύεις ενάντια στο σύστημα που τη γεννά, στη δεύτερη περίπτωση σημαίνει ότι παραιτείσαι αποδεχόμενος ότι το σύστημα αυτό είναι ισχυρότερο από εσένα. Ο καπιταλισμός ως ένας τρόπος διαχείρισης της ανθρώπινης κατάστασης παράγει εξ ορισμού διαχωρισμένες και ανταγωνιστικές ατομικότητες. Βασιλεύει διαιρώντας, παράγοντας την κοινωνία ως ένα άθροισμα εξατομικευμένων ατόμων. Δημιουργεί ή καλλιεργεί τη βία του φασίστα, του σεξιστή, του βιαστή, του απεργοσπάστη, του αφεντικού, του μπράβου ή του μπάτσου. Η κατανόηση των μηχανισμών που πριμοδοτούν την βία δεν σημαίνει και αποδοχή των αντιδραστικών συμπεριφορών και σίγουρα δεν μετατρέπει τους φορείς τους σε εν δυνάμει (επαναστατικά) υποκείμενα. Ο χαρακτηρισμός «άγρια νεολαία» που μετράει μερικές δεκαετίες ζωής, προέκυψε από την ανάγκη να ορίσουμε και να πλησιάσουμε μια μαχητική μερίδα της νεολαίας όπως αυτή εμφανίστηκε σε συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές του κοινωνικού πολέμου, πχ μέσα από τα κινήματα των καταλήψεων και των μαθητικών/ φοιτητικών κινητοποιήσεων. Έτσι, «άγρια νεολαία» δεν σημαίνει παντελής απουσία κοινωνικής συνείδησης, αλλά έλλειψη εκείνων των θεωρητικών εργαλείων ή της πρακτικής βιωμένης εμπειρίας που θα καταστήσουν μια ενστικτώδη και υγιή ατομική εξέγερση σε συλλογικά οργανωμένη κίνηση επίθεσης στο υπάρχον. Ο άγριος νεολαίος λοιπόν, έχει πλήρη συνείδηση της θέσης του. Ξέρει ποιος είναι δίπλα του και ποιοι είναι οι εχθροί του. Όπως δεν θα συνεργαζόταν ποτέ με την αστυνομία, έτσι και δεν θα γοητευόταν ποτέ από τη βία των φασιστών, δεν θα έστρεφε ποτέ τα όπλα του σε κάποιον πιο αδύναμο ή στον διπλανό του.

Άγρια νεολαία είναι οι μαθητές που εξεγείρονται ενάντια στον δάσκαλο και στο σύστημα διδασκαλίας, όχι τα κωλόπαιδα που τραμπουκίζουν τον αδύναμο συμμαθητή τους ή τα ανήλικα καθάρματα που βίαζαν τη συμμαθήτρια τους στην Αμάρυνθο. Είναι αυτοί που φέρουν μέσα τους τα ανεπεξέργαστα σπέρματα ενός καινούριου κόσμου. Όχι αυτοί που κουβαλούν όλη τη σαπίλα του παλιού κόσμου και την ξερνάνε γύρω τους στην πρώτη ευκαιρία. Αυτός που εκμεταλλεύεται τη συγκυρία, δηλαδή αυτό που αντιλαμβάνεται ως «έλλειψη κράτους» και ελέγχου για να σηκώσει χέρι στον διπλανό του είναι ο αυριανός ρουφιάνος, όχι κάποιος αποπροσανατολισμένος σύντροφος τον οποίο πρέπει να ανεχόμαστε.

Τη βία που μας ασκείται καθημερινά ξέρουμε πού να την επιστρέψουμε και με ποιον τρόπο να το κάνουμε. Η ηθική που μας χαρακτηρίζει ως αναρχικούς εκφράζεται με σαφήνεια ακόμα και στις πιο βίαιες ενέργειες μας, όπως η ληστεία μιας τράπεζας. Ποτέ δεν στοχοποιήθηκε κάποιος περαστικός, κάποιος που πήγε να καταθέσει χρήματα ή να πάρει τη σύνταξη του. Αντιθέτως, γινόταν πάντα ρητά και κατηγορηματικά ξεκάθαρο ότι ο εχθρός είναι η τράπεζα και όχι η κοινωνία. Και ήταν πάντα τόσο ξεκάθαρο και σαφές ώστε να έχει διαδοθεί και να έχει υιοθετηθεί ακόμα και από μη αναρχικούς ληστές ή παραβατικούς. Στον αντίποδα αυτής της στάσης, οι επιθέσεις στον δρόμο σε όποιον θεωρείται “μπόσικος” και οι κλοπές σε ό,τι φαντάζει εύκολος στόχος δεν αποτελούν παρά την πεμπτουσία της μικροαστικής ιδεολογίας καμουφλαρισμένη με “αντισυμβατικό” ντύσιμο και στυλ. Και όταν μάλιστα ασκούνται από κόσμο ο οποίος έχει γνώση (έστω και εξ ακοής) του τι σημαίνει κοινωνική αντιβία δεν υπάρχει καμία δικαιολογία.

Παρεξήγηση 2η

Στα Εξάρχεια «δεν υπάρχει κράτος»- τα Εξάρχεια είναι «άβατο»

Παρόλο που το κράτος έχει αποδείξει ότι είναι σε θέση να παρεμβαίνει αποφασιστικά όταν αυτό κριθεί απαραίτητο, οι κάτοικοι και οι άνθρωποι που δραστηριοποιούνται πολιτικά στα Εξάρχεια έχουν δώσει τεράστιους αγώνες για να κρατήσουν την αστυνομία έξω από την περιοχή μας. Έχουν υπάρξει εποχές που ήταν δύσκολο ακόμα και να κάνεις αφισοκόλληση. Τα ΜΑΤ στρατοπέδευαν σε μόνιμη βάση στην πλατεία, ασφαλίτες κυκλοφορούσαν με μηχανές μέσα στη γειτονιά και παρενοχλούσαν συντρόφους, τους φώναζαν με το μικρό τους όνομα, μας περνούσαν χειροπέδες άνευ αφορμής, μας χτυπούσαν και ουκ ολίγες φορές μας σημάδεψαν με τα υπηρεσιακά τους περίστροφα. Αυτό το καθεστώς βίας και τρομοκρατίας με τα χρόνια έσπασε. Δεν μας χαρίστηκε η περιοχή. Έσπασε ακριβώς με αγώνες σκληρούς, καθημερινούς και συχνά αιματηρούς. Τη σχετική αυτονομία που μπορεί να απολαμβάνει κάποιος στα Εξάρχεια την κερδίσαμε με τους αγώνες και το αίμα των συντρόφων μας. Τη διεκδικήσαμε γιατί πραγματικά πιστεύουμε ότι μπορούμε να οργανώσουμε τη ζωή μας με έναν τρόπο αντιιεραρχικό και αδιαμεσολάβητο. Γιατί πιστεύουμε στην ισότιμη συνύπαρξη των ανθρώπων και στη συνείδηση που αυτή παράγει. Γι’ αυτό όταν οι γονείς, οι συμμαθητές ή οι φίλοι μας έλεγαν «Καλά, δεν φοβάσαι στα Εξάρχεια?» εμείς γελούσαμε και απαντούσαμε πως είναι η πιο ασφαλής γειτονιά. Ποιος άραγε μπορεί να πει το ίδιο σήμερα? Και πόσο φυσικοποιούν και επισφραγίζουν την ήττα τα μεταξύ μας αστεία του στυλ “Καλά, στην πλατεία Εξαρχείων ζεις?” “Καλά, αφήνεις ξεκλείδω το το μηχανάκι σου στο Πολυτεχνείο?”

Αν δώσαμε αγώνες για να φύγει η αστυνομία από τη γειτονιά αυτό δεν το κάναμε για να βρει ευκαιρία ο καθένας να εκμεταλλευτεί την κατάσταση προς ίδιον όφελος. Τα Εξάρχεια δεν είναι άβατο. Αν κάποιοι νομίζουν ότι στα Εξάρχεια «δεν υπάρχει κράτος» αυτό που κάνουν είναι να αναμασούν την προπαγάνδα της κυριαρχίας και μάλιστα της πιο δεξιάς της ρητορικής. Στα Εξάρχεια υπάρχει κράτος και πολύ οργανωμένο μάλιστα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι έχει αναπτυχθεί ταυτόχρονα και μια κοινωνική δυναμική την οποία το κράτος είναι υποχρεωμένο να λαμβάνει υπόψιν και να προσμετρά στις κινήσεις του- ανάλογα πάντα και με τα δεδομένα της εποχής. Το να θεωρείς ότι κάπου σε παίρνει να σπρώξεις, να κλέψεις, να σκοτώσεις, να βιάσεις, δεν είναι η δικαιοσύνη που θέλουμε, είναι το δίκαιο της ζούγκλας, το δίκιο του ισχυρού. Αυτό ενάντια στο οποίο παλεύουμε και αυτό που με τόσο κόστος ξεφορτωθήκαμε και τώρα επιχειρεί να επιστρέψει από την πίσω πόρτα.

Παρεξήγηση 3η

Ο αναρχικός χώρος είναι μια περιθωριακή συνθήκη άρα και κοντά σε περιθωριακές ομάδες.

Φυσικά και στεκόμαστε δίπλα σε όποιον περιθωριοποιείται. Η αλληλεγγύη στον καταπιεσμένο και τον αδύναμο είναι μια θεμελιώδης πολιτική επιλογή, μια συλλογική απόφαση η οποία μας διαπερνά υπαρξιακά και μας διαπλάθει σαν προσωπικότητες, σαν ανθρώπους. Αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει ότι η κοσμοθεωρία και η πρότασή μας για τη ζωή είναι ή θέλουμε να είναι “περιθωριακή”, ακριβώς γιατί το να βρίσκεσαι στο κοινωνικό περιθώριο δεν είναι μια αισθητική επιλογή. Είναι μια επιβαλλόμενη συνθήκη εκβιασμού. Γι’αυτό και ανέκαθεν επιχειρούσαμε να πολιτικοποιήσουμε ή να ριζοσπαστικοποιήσουμε εκείνα τα κομμάτια με τα οποία ερχόμασταν σε επαφή. Να κατανοήσουμε τις αντιφάσεις τους για να τις υπερβούμε, όχι για να ανεχόμαστε εχθρικές συμπεριφορές, ούτε φυσικά για να ταυτιστούμε εμείς με αυτές τις αντιφάσεις. Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας δεν μπορεί να ταυτίζεται με τον Λόγο που παράγει για εμάς η κυρίαρχη ιδεολογία. Δεν είμαστε “περιθωριακοί”, “κωλόπαιδα” και “αλήτες”. Αντιθέτως, στην κυρίαρχη προπαγάνδα που περιέγραφε τα Εξάρχεια ή τις καταλήψεις μας σαν ζούγκλα όπου επικρατεί η βία και η αλληλοφαγία, εμείς απαντούσαμε “Αλήτες είναι τα ΜΑΤ και οι ασφαλίτες.” Δεν είμαστε ούτε κάτι “περιθωριακό”, ούτε κάτι “ακραίο” ούτε κάποιοι αφελείς που ονειρεύονται μια ουτοπία.

Εμείς έχουμε δίκιο. Εμείς θέλουμε έναν κόσμο διαφορετικό, που να συνάδει και να ικανοποιεί τις βαθιές ανάγκες και επιθυμίες του ανθρώπου. Και όχι μόνο τον θέλουμε αλλά παλεύουμε γι’ αυτόν. Ξέρουμε πολύ καλά ότι ο άνθρωπος και πρέπει και μπορεί να απελευθερωθεί. Αυτή την πρόταση την ψηλαφίζουμε στις καθημερινές μας σχέσεις, στις συνελεύσεις μας, στις επιθέσεις ενάντια σε ό,τι μας καταπιέζει και επιχειρούμε να την κάνουμε πράξη. Να την καταστήσουμε καθολική πραγματικότητα. Δεν αναπαράγουμε ούτε καταναλώνουμε κάθε κοινωνική δυστοπία που με τη θεαματική διαμεσολάβηση μας πλασάρεται σαν «underground», «ανατρεπτική» ή ακόμα και «επαναστατική» πρόταση.

Παρεξήγηση 4η

Τα Εξάρχεια δεν ήταν πάντα έτσι, αλλά η Αθήνα έχει γίνει μια χαοτική μητρόπολη.

Το γεγονός ότι τα χαρακτηριστικά του μητροπολιτικού κέντρου έχουν μεταβληθεί είναι το μόνο σίγουρο. Όταν μιλάμε για καπιταλιστική κρίση και φτωχοποίηση, για πόλεμο και προσφυγιά, για διάλυση των κοινωνικών αντιστάσεων και αλλοτρίωση μιλάμε ακριβώς για αυτά που ζούμε σήμερα. Βία, αίμα και θάνατο. Όμως αυτή η πραγματικότητα εκτός από το να την αναλύσουμε μας επιφορτίζει και με την ευθύνη να την αντιμετωπίσουμε. Αν η εποχή μας είναι όλο και πιο σκληρή, αν οι πόλεις μας αρχίζουν να μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με μοντέρνες φυλακές ή σύγχρονες αρένες έχουμε μεγαλύτερες υποχρεώσεις οργάνωσης, όχι περισσότερες δικαιολογίες παραίτησης. Και έχουμε ακόμα περισσότερες υποχρεώσεις οργάνωσης και περιφρούρησης εδώ, γιατί τα Εξάρχεια δεν είναι ούτε μια οποιαδήποτε γειτονιά, ούτε μια απρόσωπη περιοχή του κέντρου όπως η Ομόνοια ή η πλατεία Βάθης. Είναι μια γειτονιά που λόγω της ιστορίας και της τεράστιας πολιτικής της αξίας δεν έχουμε περιθώριο να χάσουμε.

Κάθε εποχή έχει τα επίδικά της και τις μάχες που πρέπει να δοθούν. Μάχες που δεν καθορίζονται δυστυχώς μόνο από τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας αλλά και από την ίδια την πραγματικότητα που ορθώνεται σκληρή και αδυσώπητη μπροστά μας. Αν κάποτε ήταν εύστοχη μια θέση που έλεγε ότι πρέπει να απεγκλωβιστούμε από τα Εξάρχεια διαχέοντας τον λόγο κ τη δράση μας στην υπόλοιπη πρωτεύουσα, σήμερα κάτι τέτοιο φαντάζει σχεδόν πολυτέλεια, όταν κινδυνεύουμε να απωλέσουμε ακόμη και τα στοιχειώδη κεκτημένα. Έναν χώρο συνεύρεσης, ζύμωσης, ένα σημείο αναφοράς για ανθρώπους που θέλουν να αγωνιστούν, έναν χώρο ασφάλειας στα δύσκολα, έναν ζωτικό χώρο αγώνα. Δεν υπάρχει καμία κοινωνική συνθήκη που να μας απαλλάσσει από την ευθύνη του να μην επιτρέψουμε τη μετατροπή ενός χώρου αγώνα σε γκέτο. Καμία κριτική σε δυνάμεις του κινήματος ή σε αυτοαποκαλούμενους «σεκιουριτάδες» των Εξαρχείων δεν μπορεί να υπαγορεύει την εγκατάλειψη του αγώνα απέναντι στο οργανωμένο παρακράτος και τις επιμέρους συμμορίες που κινούνται στην περιοχή. Τώρα περισσότερο από ποτέ οφείλουμε να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι και πιο σαφείς. Ακόμα κι αν δεν μπορούμε προς το παρόν να απαλλαγούμε οριστικά από εχθρικές συμπεριφορές πρέπει με κάθε τρόπο να γίνει κατανοητό σε όλους το ποιοι είμαστε, για τι αγωνιζόμαστε, ποιοι είναι οι ηθικοί μας κώδικες, τι επιτρέπεται και τι όχι, ποιοι είναι τελικά οι όροι συμβίωσης στα Εξάρχεια. Δεν θα περιμένουμε πρώτα να λυθεί σε παγκόσμιο επίπεδο το ζήτημα του εμπορίου ναρκωτικών, ή να πέσει το κράτος, ή να ανατρέψουμε τον καπιταλισμό ή να κερδίσουμε τον κοινωνικό και ταξικό πόλεμο, για να παρέμβουμε στα Εξάρχεια και να δώσουμε μάχη για την γειτονιά μας. Αντιθέτως, αν δεν διεκδικήσουμε τα κεκτημένα μας, αν χάσουμε τη μάχη για το σημείο αναφοράς μας, τότε έχουμε οριστικά χάσει και τον πόλεμο.

Η υπεράσπιση των εδαφών που κινούμαστε δεν αποτελεί κάποιου είδους καπρίτσιο ιδρυματοποιημένων θαμώνων (ακόμα και αν κατά καιρούς είναι δυνατό να μας παρασύρει σε μια τέτοια συνθήκη, την οποία οφείλουμε να ξεπεράσουμε). Ο πολιτικός συμβολισμός των Εξαρχείων κεφαλαιοποιεί μια κουλτούρα αντίστασης, μας εξασφαλίζει πρακτικά έναν τόπο στον οποίο η κουλτούρα αυτή πραγματώνεται και ένα έδαφος αναντικατάστατης σημασίας για την δράση μας εφόσον βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας και πλαισιώνεται από πανεπιστημιακά ιδρύματα. Πού βρίσκονται τα γραφεία των περισσότερων σωματείων βάσης- μέλη των οποίων τελευταία πέφτουν θύματα μαφιόζικων επιθέσεων; Πού μαζευτήκαμε αλαφιασμένοι από όλες τις γειτονιές όταν πληροφορηθήκαμε τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου; Από ποιο ασφαλές έδαφος κάναμε την εφόρμησή μας στην υπόλοιπη Αθήνα; Πού θα μαζευτούμε αύριο αν τα Εξάρχεια σταματήσουν να είναι δικά μας?

Παρεξήγηση 5η

Τα Εξάρχεια ήταν πάντα έτσι

Αυτός είναι ο μεγαλύτερος μύθος και ταυτόχρονα ο πιο επικίνδυνος γιατί συντηρεί την ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει, δικαιολογεί την απραξία και μας αφοπλίζει οριστικά. Φαινόμενα όπως αυτά που συμβαίνουν μέσα ή γύρω από το Πολυτεχνείο δεν έχουν προηγούμενο στην περιοχή. Όποιος υποστηρίζει την αντίθετη άποψη είτε βλέπει πολλά δελτία ειδήσεων και τα πιστεύει, είτε είναι μικρότερος σε ηλικία κι έχει γνωρίσει τα Εξάρχεια μόνο στην όψιμη φάση της παρακμής τους, είτε απλά προσπαθεί να δικαιολογήσει την αδράνειά του. Οι χρήστες ναρκωτικών υπήρχαν πάντα στα Εξάρχεια αποτελώντας όμως μειοψηφία, που το μέγεθος ή η επιρροή της στη φυσιογνωμία του δημόσιου χώρου ήταν ανέκαθεν ποσό αντιστρόφως ανάλογο της κινηματικής δραστηριότητας. Με άλλα λόγια, όταν το κίνημα βρισκόταν στο ζενίθ του απουσίαζαν σχεδόν ολοκληρωτικά και όταν το κίνημα υποχωρούσε, το κενό στον δημόσιο χώρο καλυπτόταν μεταξύ άλλων και από πιάτσες τοξικομανών. Σε κάθε περίπτωση όμως οι χρήστες δεν αποτέλεσαν ποτέ και σε καμία φάση της ιστορίας τους το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της περιοχής, (τα Εξάρχεια όπως είπαμε νωρίτερα δεν ήταν ποτέ ούτε Ομόνοια, ούτε πλατεία Βάθης), συμβίωναν χωρίς προβλήματα με τους κατοίκους και τους ανθρώπους του κινήματος και ουδέποτε φυσικά έθεσαν σε κίνδυνο τον αναρχικό χώρο με όρους φυσικής απειλής απέναντι σε πρόσωπα.Ήδη από τη δεκαετία του ‘80, ακόμα και οι ίδιοι οι χρήστες ηρωίνης φλέρταραν με τα αναρχικά προτάγματα με τα οποία έρχονταν σε επαφή και εμβληματικές φιγούρες (πχ όπως η Κατερίνα Γώγου, ο Νικόλας Άσιμος) πάντα είχαν λόγο ενάντια στο κράτος, τους μπάτσους τους οποίους στοχοποιούσαν ως πρεζέμπορους και στα ίδια τα ναρκωτικά που τους κρατούσαν δέσμιους και εξαρτημένους.

Οι μειοψηφίες των χρηστών λοιπόν, ενώ στην πραγματικότητα αντιλαμβάνονται χαρακτηριστικά της περιοχής και σίγουρα δεν τα ανταγωνίζονταν, χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον από τα ΜΜΕ σαν δικαιολογία για να εξαπολύουν τη γνωστή τους τρόμο-υστερία, προλειαίνοντας το έδαφος για γενικευμένα πογκρόμ και επιχειρήσεις «Αρετή» εναντίον μας. Οι περίοδοι που το φαινόμενο της πιάτσας ναρκωτικών γενικευόταν και γινόταν πιο απειλητικό και επικίνδυνο, καθώς μαζί με τους ταλαιπωρημένους χρήστες εμφανίζονταν σιγά σιγά και διακινητές, ήταν πάντα περίοδοι προπαρασκευής κατασταλτικών επιθέσεων ή επιχειρήσεων ανάπλασης της πλατείας. Και το κίνημα πάντα διεκδικούσε τη γειτονιά του και πάντα στο τέλος την κέρδιζε. Σήμερα σύντροφοι, παροπλισμένη μειοψηφία είμαστε εμείς και οι πάλαι ποτέ ακίνδυνοι χρήστες έχουν αντικατασταθεί από τη μεγαλύτερη πιάτσα διακίνησης ναρκωτικών, δηλαδή την πιο επικίνδυνη μαφία της Αθήνας. Και όχι μόνο αυτό, όχι μόνο κινδυνεύουμε πολιτικά σαν χώρος και φυσικά, σαν πρόσωπα, αλλά το αναρχικό σύνθημα “οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίνη” που φώναζαν ακόμα και οι τοξικομανείς, επιχειρείται τώρα να αντικατασταθεί είτε από μια αυθαίρετη θέση υπέρ των ναρκωτικών γενικώς και αορίστως στο όνομα της αντι-τοξικοφοβίας, είτε με μια δικαιολόγηση αυτών που τα πουλάνε και μια αδιαφορία απέναντι στην παρακρατική δραστηριότητα ως ήσσονος σημασίας ζήτημα.

Αρχικά είναι αδιανόητο το να μην μπορούμε να διακρίνουμε τις διαφορές ανάμεσα στην προσωπική χρήση ουσιών (συνθήκη η οποία σηκώνει από μόνη της τεράστια συζήτηση) και τη μαζική ναρκοκουλτούρα που μετέτρεψε τα ανά τον κόσμο ανταγωνιστικά κινήματα σε εναλλακτικούς χώρους πολύ πιο αποτελεσματικά από ότι το έκανε η κρατική καταστολή. Και είναι ακόμα πιο επικίνδυνο να συγχέεται (σκοπίμως ή ακούσια) το δικαίωμα στη χρήση με την απάθειά μας μπροστά στην εγκαθίδρυση της οργανωμένης μαφίας στο περιβάλλον που κινούμαστε. Το ότι κάποιοι απολαμβάνουν τη χρήση χασίς δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για να αλωνίζουν οι (ναρκο)μαφίες μέσα στα Εξάρχεια. Όπως το ότι πίνουμε, τρώμε, καπνίζουμε, και ντυνόμαστε δεν αποτελεί κάποια αντίφαση η οποία μας καταδικάζει στο να μην ασκούμε κριτική στον καπιταλισμό ή να μη στοχοποιούμε τις πολυεθνικές που παράγουν τα αγαθά που καταναλώνουμε. Δεν θα αναλωνόμαστε σε διαλόγους νηπίων για να καλύψουμε την ανεπάρκεια μας να τα βάλουμε με τους νταβατζήδες της περιοχής μας.

Η ανθρώπινη εμπειρία, με τη θετικότητα ή ακόμα και τις αντιφάσεις της δεν είναι για μας δευτερεύουσας σημασίας, σε σχέση με κάποια αόριστα επαναστατικά καθήκοντα. Δεν θέλουμε ή δεν μπορούμε να αφήσουμε τον εαυτό μας έξω από τη συζήτηση, μιλώντας μια γλώσσα ψεύτικη, που δεν είναι δική μας. Αν αγωνιζόμαστε το κάνουμε ακριβώς γιατί θέλουμε να ζήσουμε. Γιατί έχουμε βιώσει στο πετσί μας ότι όποιος παραιτείται, "όποιος δεν οπλίζεται, πεθαίνει". Όποιος ιδιωτεύει, πεθαίνει. “Πεθαίνει αργά - αργά, τρώγοντας παγωτό σε πάρκα, ή σε ψάθες, ή πάνω σε ξέμπαρκες αγάπες, ή σε ιγκλού παράνοιας." Ή όπως έλεγαν παλιότερα οι punks "Έξω από εμάς υπάρχει μόνο θάνατος". Αναγνωρίζουμε τις αντιφάσεις μας και ξέρουμε ότι είμαστε βουτηγμένοι μέχρι τον λαιμό μέσα σε αυτές. Αλίμονο. Και ποιος δεν έκαψε τα χέρια του στη φωτιά του κόσμου ετούτου. Όμως δεν επενδύουμε στις αντιφάσεις μας αυτές, δεν χτίζουμε την ταυτότητα, τις επιθυμίες και αυτά που προτείνουμε ο ένας στον άλλο γύρω από αυτές, αλλά πάνω στο ξεπέρασμα τους. Στην υπέρβασή τους, που είναι δυνατό να συμβεί μέσα από το μοίρασμα της ζωής και του αγώνα. Μπορεί από την εξέγερση του 2008 να πέρασε μια δεκαετία, και από την επανάσταση να μας χωρίζει μια αιωνιότητα αλλά δεν θα κάνουμε και σημαία μας την ήττα, την παραίτηση και την αυτοκαταστροφή. Θα πολεμήσουμε ακόμα και ενάντια στον ίδιο μας τον εαυτό.

Δεν μας αφήνει αδιάφορους η θέα σαλταρισμένων μητροπολιτάνων, μεταναστών-προλετάριων που αντί να οργανώνονται πουλάνε την εργατική τους δύναμη στις μαφίες και κάποιοι από αυτούς περνάνε οριστικά στο αντίπαλο στρατόπεδο, φίλων και γνωστών αποτραβηγμένων στη μοναξιά. Δεν θέλουμε να συνηθίσουμε τη θέα ανθρώπων διαλυμένων στο πεζοδρόμιο. Μας γεμίζει μίσος η υπεροπτική στάση όσων νιώθουν ανώτεροι μπροστά στον “πρεζάκια” απλά επειδή στέκονται ακόμα στα πόδια τους, αλλά μας γεμίζει και θλίψη το ότι συνάνθρωποί μας δεν καταφέρνουν να αντισταθούν στη μοναξιά που μας περιβάλλει και να παλέψουν κι ακόμα περισσότερο μας γεμίζει οργή το ότι εμείς δεν καταφέρνουμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτούς. Δεν ανεχόμαστε να βλέπουμε ανθρώπους να σβήνουν, δεν χαιρόμαστε όταν νιώθουμε ότι χάνουμε το μυαλό μας, δεν είμαστε περήφανοι που χάνουμε φίλους από κοκτέιλ ναρκωτικών και απογοήτευσης. Τη μοίρα που μας επιφυλάσσει αυτός ο κόσμος την αρνούμαστε, δεν την ενστερνιζόμαστε επειδή δεν είμαστε αρκετά δυνατοί για να την νικήσουμε, ούτε την περιφέρουμε σαν άλλοθι αποστασιοποίησης από τα μέτωπα του αγώνα. Παλεύουμε για να ζήσουμε, παλεύουμε για έναν κόσμο χωρίς πλεονάζοντες πληθυσμούς, που κανένας άνθρωπος δεν θα περισσεύει. Δεν είμαστε οι “τοξικοί” αυτής της κοινωνίας, είμαστε το πιο υγιές κομμάτι της και πρέπει να είμαστε τα αναχώματά της απέναντι στην επέλαση του θανάτου και της φρίκης.

Σε ποιον «ανήκουν» τελικά τα Εξάρχεια?

Αυτά τα στρεβλά φαντασιακά έχουν δημιουργήσει μια φήμη γύρω από τα Εξάρχεια που για πρώτη φορά στην ιστορία της είναι πολύ κοντά στην πραγματικότητα. Πλέον στα Εξάρχεια δεν κατεβαίνει όποιος ψάχνει να έρθει σε επαφή με κινήματα και ιδέες, όποιος τελικά θέλει να αγωνιστεί ενάντια στο κεφάλαιο, το κράτος και τους μηχανισμούς του, αλλά όποιος θέλει να εκμεταλλευτεί την υποτιθέμενη απουσία αυτών των μηχανισμών για να πουλήσει ναρκωτικά ανενόχλητος, για να κλέψει, να σκοτώσει, να βιάσει, να φερμάρει, να νιώσει δυνατός πάνω σε κάποιον άλλο, καθώς και διάφοροι ανεκδιήγητοι καταναλωτέςurbanπεριπέτειας, drugsrock n violence κουλτούρας, με ολίγον εξωτισμό από Μαρόκο ή Αλγερία, πριν επιστρέψουν στο ασφαλές τους σπίτι κάπου στην Κεντρική Ευρώπη, ή σε κάποιο προάστιο της Αττικής.Τα Εξάρχεια λοιπόν δεν ανήκουν σε αυτούς.

Τα Εξάρχεια δεν ανήκουν ούτε σε εκείνη τη μερίδα των κατοίκων ή των αφεντικών που σε αγαστή συνεργασία με το κράτος και το παρακράτος τρίβουν τα χέρια τους για τη μελλοντική μετατροπή της γειτονιάς σε ένα ακόμα υπερκαταναλωτικό τρίγωνο, την ίδια στιγμή που διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για την “κατάσταση ανομίας” που επικρατεί. Εξισώνοντας τις μαφίες με τους ανθρώπους που αγωνίζονται, περιγράφοντας την κατάσταση σαν ένα πόλεμο ανάμεσα σε αντίπαλες συμμορίες, ενώ ξέρουν καλά πως ο δρόμος για την “αναβάθμιση” των Εξαρχείων περνάει ακριβώς μέσα από την “υποβάθμιση”, δηλαδή την πλήρη αλλοίωση ή ακόμα και την εξόντωση των χαρακτηριστικών της γειτονιάς. Το ξέρουν καλά γιατί στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ήμασταν εμείς που τους πετάξαμε έξω από την πλατεία. Κι αυτούς, και τις μπετονιέρες τους, και το τσιμέντο τους, και τους εργολάβους τους και όλα τα σχέδια ανάπλασης που ακολούθησαν τότε μια ακόμα μεθοδευμένη εγκατάσταση πιάτσας ναρκωτικών(και trafficking) στην πλατεία.

Τα Εξάρχεια δεν ανήκουν στο κράτος και τις δυνάμεις καταστολής, που στήνουν επιχειρήσεις με χειρουργική ακρίβεια, συλλαμβάνοντας κάθε τόσο μερικούς ναρκέμπορους ανάλογα με την ισορροπία δυνάμεων που θέλουν να εξασφαλίσουν, παράγοντας έργο ικανό να τους καταστήσει απαραίτητους στα μάτια των τρομοκρατημένων περίοικων αλλά επιμελώς ανίκανο να θέσει σε κίνδυνο μια από τις μεγαλύτερες μπίζνες της εποχής.

Τα Εξάρχεια ανήκουν στους κατοίκους που αγωνιστήκαμε μαζί ενάντια στην ανάπλαση της πλατείας, ενάντια στην εγκατάσταση κεραιών κινητής τηλεφωνίας. Στους κατοίκους που έβαλαν τόσα χρόνια πλάτη όταν η περιοχή που ζούσαν μετατρεπόταν σε εστία κοινωνικών και ταξικών αγώνων, εισπνέοντας τόνους χημικών, που μπορεί να αγανακτούσαν όταν από λάθος καιγόταν το αμάξι ή κινδύνευε το σπίτι τους αλλά συνέχιζαν να μένουν στα Εξάρχεια, να μας ανοίγουν τις πόρτες τους για να κρυφτούμε και να νιώθουν περήφανοι για τη γειτονιά τους. Σε αυτούς που τώρα εκδιώχνονται από τις εταιρείες που αγοράζουν μαζικά διαμερίσματα και πολυκατοικίες και από τις συμμορίες που τους απειλούν ευθέως. Τα Εξάρχεια ανήκουν και σε εμάς, δηλαδή στο κίνημα. Όχι επειδή ήμασταν πιο μάγκες για να τα πάρουμε, αλλά γιατί αγωνιστήκαμε για αυτά. Γιατί όποτε κρίθηκε απαραίτητο τα υπερασπιστήκαμε με την παρουσία μας, τον λόγο μας, με τη δράση μας και σχεδόν ανά δεκαετία με το αίμα κάποιου από εμάς. Γι’ αυτό ορίζουμε και τα χαρακτηριστικά της γειτονιάς μας, του ζωτικού χώρου των αγωνιζόμενων ανθρώπων. Γιατί αν δεν το κάνουμε εμείς, θα το κάνουν οι μαφίες και οι κάθε λογής νταβατζήδες.

Εμείς, ο κόσμος της αντίστασης, της αυτοοργάνωσης και της αλληλεγγύης ορίζουμε ποιες συμπεριφορές γίνονται ανεκτές και ποιες είναι απέναντι σε αυτά που πιστεύουμε, ποιος χωράει ανάμεσά μας και ποιος με την κουλτούρα του στέκεται απέναντί μας, όπως κάνουμε στις καταλήψεις μας, τα στέκια μας, στις συνελεύσεις και στις πορείες μας. Και έχουμε εδώ και χρόνια συναποφασίσει ότι στα Εξάρχεια δεν έχουν χώρο ρουφιάνοι, φασίστες, παρακρατικοί, βιαστές και τραμπούκοι.

Τα Εξάρχεια και το Πολυτεχνείο δεν ήταν ποτέ «άβατο». Δεν ήταν ποτέ άσυλο που μας παραχώρησε το κράτος. Ήταν και είναι κεκτημένο έδαφος. Και δεν σκοπεύουμε να το παραδώσουμε σε κανέναν αμαχητί. Τα Εξάρχεια έχουν Ιστορία. Ιστορία 80 χρόνων από τότε που οι φοιτητές πυροβολούσαν τους οχυρωμένους στο Κολωνάκι ταγματασφαλίτες. 40 χρόνων από τότε που αγωνιστές έπεφταν νεκροί κάτω από τα τανκς της χούντας. 10 χρόνων από τότε που ζήσαμε τη μοναδική γενικευμένη κοινωνική εξέγερση της εποχής μας. Εμείς έχουμε ιστορία. Και δεν σκοπεύουμε να είμαστε εκείνη η γενιά που κληρονόμησε μια περιοχή με αγωνιστικό παρελθόν σχεδόν ενός αιώνα και να την παραδώσουμε μέσα σε λιγότερο από 5 χρόνια στον εχθρό-το κράτος, το παρακράτος και τα τσιράκια τους.

ΠΙΣΩ ΚΑΝΙΒΑΛΟΙ – ΕΜΠΡΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ

Υ.Γ. Από την πλατεία Εξαρχείων ως το Πολυτεχνείο μεσολαβούν λιγότερο από 500 μέτρα. Σε αυτή την απόσταση εκτός από τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών που αφήνουν πίσω τους νεκρούς στα πεζοδρόμια και πλέον αποτελούν μηνιαία ρουτίνα, έχουν γίνει τους τελευταίους μήνες 2 απόπειρες βιασμού και άλλες 4 (γνωστές) δολοφονικές επιθέσεις. Πάντα ενάντια σε αυτόν που γίνεται αντιληπτός -με βάση το κριτήριο του θύτη- ως εύκολος στόχος, ως αδύναμος... μια γυναίκα, ένας ηλικιωμένος, ένας μοναχικός περαστικός. Γράφουμε συνθήματα στους τοίχους “να μην συνηθίσουμε τον θάνατο”. Κι όμως φαίνεται ότι τον έχουμε ήδη συνηθίσει. Θάνατο πολιτικό και θάνατο βιολογικό. Πόσο ακόμα αίμα πρέπει να τρέξει για να κινητοποιηθούμε?

Υ.Γ. 2 Το κείμενο αυτό αγγίζει ακροθιγώς ζητήματα όπως τι είναι βία του ισχυρού και τι είναι αντιβία, τι είναι ναρκωτικά, τι είναι μητρόπολη και τι αποτελεί περιθώριο, τι είναι περιφρούρηση και τι σημαίνει οργάνωση. Ζητήματα που λιγότερο ή περισσότερο άνοιξαν και στις συζητήσεις που γίνονταν τον τελευταίο μήνα μέσα στο Πολυτεχνείο ανάμεσα σε συντρόφους. Την ίδια στιγμή που κάποιοι έκλεβαν μηχανάκια και κάποιοι άλλοι μαχαίρωναν περαστικούς. Το σημαντικό και το ουσιώδες λοιπόν για εμάς, αυτό που προσπαθήσαμε να αναδείξουμε, δεν είναι τόσο οι θέσεις καθαυτές που μπορεί κάποιος από μας να έχει και πάνω στις οποίες συμφωνούμε ή διαφωνούμε, όσο το γεγονός ότι σε λίγο καιρό δεν θα έχουμε ούτε τον γεωγραφικό χώρο, ούτε την πολιτική δυνατότητα να βρισκόμαστε, να συζητάμε και να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε.

Αναρχικές

7/11/2018

_______________________________________________
A-infos-gr mailing list
A-infos-gr@ainfos.ca
http://ainfos.ca/mailman/listinfo/a-infos-gr
A-Infos Information Center