|
A - I n f o s
|
|
a multi-lingual news service by, for, and about anarchists
**
News in all languages
Last 30 posts (Homepage)
Last two
weeks' posts
Our
archives of old posts
The last 100 posts, according
to language
Castellano_
Deutsch_
Nederlands_
English_
Français_
Italiano_
Polski_
Português_
Russkyi_
Suomi_
Svenska_
Trk�_
The.Supplement
The First Few Lines of The Last 10 posts in:
Castellano_
Deutsch_
Nederlands_
English_
Français_
Italiano_
Polski_
Português_
Russkyi_
Suomi_
Svenska_
Trk�_
First few lines of all posts of last 24 hours
Links to indexes of first few lines of all posts
of past 30 days |
of 2002 |
of 2003 |
of 2004 |
of 2005 |
of 2006 |
of 2007 |
of 2008 |
of 2009
Syndication Of A-Infos - including
RDF - How to Syndicate A-Infos
Subscribe to the a-infos newsgroups
(gr) Οι Σάτιρες του Η. Συνοδινού ενάντια στο Δημοκρατικό Σύλλογο
Date
Wed, 25 Nov 2009 23:06:43 +1100
Από το Τρίτο Κεφάλαιο, Ο Δημοκρατικός Σύλλογος Πατρών του έργου "Για μια
Ιστορία του Αναρχικού Κινήματος Του Ελλαδικού χώρου". --- Το όλο έργο
δημοσιεύεται στη διεύθυνση http://ngnm.vrahokipos.net --- Αργότερα, ο
Δημοκρατικός Σύλλογος Πάτρας έγινε και αντικείμενο έμμετρης σατιρικής
ποίησης εναντίον της από τον Ηλία Συνοδικό (1845-1906), ο οποίος στο
τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα είχε έντονη παρουσία στην Πάτρα ως
δημόσιος ρήτορας, ποιητής, δημοσιογράφος και δικηγόρος. --- Στην έμμετρη
σατιρική εβδομαδιαία εφημερίδα «Κέντρα» που εξέδιδε για ένα μικρό
διάστημα ως «Μώμος», παρουσίασε, ανάμεσα στα άλλα, την αντι-αναρχική
πολιτική οπτική του, η οποία εντάσσεται μέσα στο πολιτικό κλίμα της
εποχής και η οποία συνεχίστηκε ολόκληρη σχεδόν τη δεκαετία του 1890,
εξακολουθώντας να παρουσιάζει έμμετρη σατιρική αντι-αναρχική ποίηση.
(Ο Νίκος Ε. Πολίτης, δημοσιογράφος της Πάτρας και βασικός συντελεστής
ίδρυσης του Μουσείου Τύπου, που πέθανε το 2006 σε μεγάλη ηλικία, έχει
εκδώσει το βιβλίο με τίτλο «Ο Ηλίας Α. Συνοδινός (Μώμος Πατρεύς) και οι
Σάτιρές του», εκδόσεις «Περί Τεχνών», Πάτρα 2001).
Το έμμετρο που ακολουθεί στρέφεται ξεκάθαρα κατά του Δημοκρατικού
Συλλόγου, τα μέλη του οποίου ονομάζει «Κομμούνα». Δημοσιεύτηκε στην
εφημερίδα του «Κέντρα», τεύχη 4 (31 Ιουλίου 1894) και 5 (7 Αυγούστου
1894):
Εν ιστόρημα οικτρόν «η κομμούνα των Πατρών»
Της Κομμούνας των Πατρών ψάλλε, Μούσα, την εξάδα,
κ’ επιδέξια τον καθένα στόλισε με την αράδα.
Απ’ τον πρόεδρον αρχίνα, τον γνωστόν Σουφρώνην Νιόνιον
που εκ της Κεφαλληνίας ήλθ’ εδώ αυτό το ψώνιον,
κ’ απεφάσισεν αμέσως την Κομμούναν να συστήση,
επειδή τεμπέλης είνε και ανίκανος να ζήση.
Την Κομμούναν ούτος έχει καταφύγιον κ’ ελπίδα,
επειδή για την πεντάραν είν’ το μάτι του γαρίδα.
Πλέξε, Μούσα μου, να ζήσης, ’ς τον ατρόμητο Φλουράνη
με απίγανον, ωραίον και αμάραντον στεφάνι.
Του μικρού Κωστή Κουρμπέτου χάρισέ του παπαρούναν,
που αφήκε το σχολειό του για να μπή εις την Κομμούναν,
Ζήτω, φώναξε αμέσως, ζήτω ο Βαλές Σπαθάρας,
των χονδρών νοικοκυραίων ο διάσημος τρομάρας.
Τον Αρνούλτ αμέσως βγάλε από το τυπογραφείον,
που μουντσούρωνε στοιχεία, κ’ ένα δόσε του βραβείον.
Τον Φελίξ Πιάτ χαιρέτα, που μεγάλος όπως γίνη,
δέρματα, παπούτσια, κόντσαις, τσαγκαρόσουβλον αφίνει.
Ποίος τώλπιζε πως θάρθη μεσ’ την Πάτραν η Κομμούνα το κουμάσι της να στήση,
και ’ς ολίγο να γεννήσει, μίαν εξάδα, με συμπάθειο, ’σαν Μαλτέζικη
γουρούνα. Μέσα εις το πρόγραμμά της τής Κομμούνας η παρέα του Προυντόμ,
του αναμέλα, έχει κλέψει μια ιδέα: «κάθε κτήμα κινητό σου, ή ακίνητο,
κλεμμένο!»
κι’ ας το έχης και με κόπον, και μ’ ιδρώτ’ αποκτημένο!
Τίποτε λοιπόν δεν έχεις, κατ’ αυτόν, ως εδικόν σου!
Μείν’ εμβρόντητος, Τζανέτε, κάμε Πρίμα, τον σταυρόν σου!
κατ’ αυτόν, ο φίλτατός μου Ακρατόπουλος Ζαφείρης
μεσ’ τ’ αμπέλι του δεν θάνε, όπως τώρα, νοικοκύρης?
Θα το σκάπτη, θα φουσκίζη, θα στηλώνη, θα κλαδεύει,
και θα τωρχετ’ ένας ξένος μερδικό να του γυρεύη!
Τι ανέλπιστο να έλθη εις την Πάτραν η Κομμούνα το κουμάσι της να στήση
και με πόνους να γεννήση μόνον έξη, με συμπάθειο, ’σαν τη ντόπια τη
γουρούνα.
Στην Κομμούνα μέσα βλέπεις λιμασμένους, φουκαράδες,
οκνηρούς, μαχαιροβγάλτας, ξεβρακώτους, μασκαράδες.
Του διαβόλου φαντασίαι, φοβεραί παλαβομάραι, ομιλίαι του ανέμου,
όνειρα και κουταμάραι απ’ τα κούφια των κεφάλια κάθε μέρα φτερακάνε, και
μ’ αυτών της ξεραίλαις αλ’ οι φρόνιμοι γελάνε.
«Άεργος αν ήσαι, λέγουν, αν δεν θέλης να δουλεύης,
ειμπορείς τον όμοιόν σου δίχως κόπον να ληστεύης,
τον παράν να του σουφρώνης, τα σκουτιά να του αρπάζης,
κι’ αν αυτός αντιμιλήση, να τον κοψοκεφαλιάζης.
Διατί να κάνης κόπους, σαν χαμάλης, και να τρέχεις;
Άρπαζε διά να τρώγης, σούφρωνε διά να έχης!»
Τίποτε λοιπόν δεν τώχουν να σκοτώσουν και να σφάξουν,
σπίτια, εκκλησιαίς με βόμβας ’ς τον αέρα να τινάξουν.
Μάρτυρα ’ς αυτά σας φέρνω το Παρίσι το καϋμένο,
που ποθούσαν, τα θηρία! Να το δουν αφανισμένο.
Τι απίστευτο! Να έλθη εις την Πάτραν η Κομμούνα το κουμάσι της να στήση,
και με πόνους να γεννήση μόνον έξη γουρουνάκια, ’σαν τη ντόπια τη
γουρούνα. «Βλέπεις, λέγει, ο Φλουράνης εις τον πρόεδρον Σουφρώνη
του Ανάστου Παπαγιάννη το πανώρηο παλατσόνι;
Εις αυτό, ως νοικοκύρης, γρήγορα θα να καθήσης,
και τους ξένους τους παράδες, ως δικούς σου, θα μετρήσεις.
Λιμοξίφτερο, σαν πέσης!... Ξένοιαστα θα τρώς, θα πίνης,
σαν τον τσίρον τωρ’ αν ήσαι, σαν το χοίρο, θα παχύνης.»
Του χαμάρεσε του Νιόνιου η κουβέντα του Φλουράνη,
και σαν σφόρδακλας πηδάει, και φωνή μεγάλη βγάνει:
«Έξω φτώχια!... Θέ να βγάνω τα λεπτά ’ς την μπατινάδα
των πλουσίων, των εμπόρων, των αστών με την αράδα.
Σαρδανάπαλος θα γίνω, σαν κοπέλια, θα τους έχω,
και σαν λόρδος κάθε μέρα με τα’ αμάξι μου θα τρέχω».
Ποιος να ξεύρη, μπάρμπ’ Ανάστε, πως θα έλθη η Κομμούνα το κουμάσι της να
στήση και ’ς ολίγο να γεννήση μιάν εξάδα, με συμπάθειο, ’σαν Μαλτέζικη
γουρούνα.
(Η σάτυρ’ αυτή ακολουθεί, και θα σας είπω που θα σταθή!)
(Συνέχεια «Κομμούνας» τουτέστι της γουρούνας)
Την περίφημον οικίαν νοικοκύρη πάλιν άλλου,
πώχει θέαν παλατίου και ωραίου και μεγάλου,
που πολλά λεπτά για δαύτη έχει ούτος ’ξοδευμένα,
με της πένας του την μύτην, όπως λέγουν, καμωμένα,
’ς τον Κωστήν Κουρμπέτον δείχνει ο Σπαθάρας, κι’ από φθόνον,
δίχως λόγον, δίχως λύπην, δίχως γούστον, δίχως πόνον,
«να του λέγει, νεοπλούτου το παλάτι! Τι ντουβάρι!
Ω τι κτίριο μεγάλο! δίχως σχέδιο και χάρι!
Ω Κομμούνα, πότε θάρθης να γκρεμίσεις την οικίαν
που της Πάτρας ασχημίζει την καλλίτερην Πλατείαν;»
Τι ιδέα! ν’ αφανίσουν μιάν οικία παινεμμένη!
Μπα η γλώσσα σας να πέση, Κομμουνίσται βουρλισμένοι!
Μη σε μέλλει, νοικοκύρη, μη τρομάζης, μη φοβάσαι,
τους γουρσούζιδες τους ’πιάσαν, ξένοιαστα να μου κοιμάσαι.
Ποιος περίμενε να έλθη εις την Πάτραν η Κομμούνα το κουμάσι της να
στήση, και ’ς ολίγο να γεννήσει μιάν εξάδα, με συμπάθειο, ’σαν τη ντόπια
τη γουρούνα.
Ένας άλλος Κομμουνίστας, που ξεχνάω τ’ όνομά του,
έλεγε περί του Σάχη «εδικά μου τα δικά του»
Αν αυτός δεν μου τα δώση, του τ’ αρπάζει η Μαφφία,
πώχει σύνθημα: «την κάμαν, την κρεμάλαν, τη ληστεία!».
Ένας φρόνιμος διαβάτης τον ακούει και τον κλαίει,
κι’ ως Μαράτον τον περνάει, όστις πάντα τέτοια λέει.
«Πήγαινε, του λέγει, φίλε, ’ς του Τζουβάλεν να καθήσης,
και αμέσως από ’κείνον ’λίγον πάγον να ζητήσης γ
ια να τρίψης, κακομοίρη, το θερμό σου το κεφάλι.
Τρέξε, μήπως η Δοκάνα μέσα ’ς την Στενήν σε βάλη.»
Το αυτί του Κομμουνίστα απ’ αυτά δεν του ιδρώνει,
μεσ’ της τσέπαις του της τρύπιαις τα δυο χέρια του απλώνει,
και σαν κήρυκας, φωνάζει: «μιά μεγάλη πείνα τώρα
αν θερίζη την κοιλιά μου, θάρθη όμως και μια ώρα,
να μη έχετ’ εδικό σας, Πατρινοί, κανένα πράμμα,
χρήματα, παιδιά, γυναίκας, όλα θάχωμε αντάμα.
Ο καθείς απ’ την Κομμούναν και θα τρώγη, και θα πίνη,
κι’ ό,τι θέλει, και δεν τώχει, χάρισμα θα του το δίνη…»
Τι ζουρλοί οι Κομμουνίσται! Τι ζουρλοί ’παναθεμά τους!
να πιστεύουν πως θα ζούνε ’σαν τους σκύλους και τους γάτους!
Ποιος τώλπιζε πως θάρθη, Μίστερ Σάχη, η Κομμούνα
το κουμάσι της να στήση,
και ’ς ολίγον να γεννήση μιάν εξάδα,
με συμπάθειο, ’σαν Μαλτέζικη γουρούνα.
Της Κομμούνας των Πατρέων αν τα είπης, Μώμε, ούλα,
θα σε πιάσει δίχως άλλο κόψιμο και αναγούλα.
Μούντζωσέ τα… Είδαν όλοι τη μεγάλη «Πατσαβούρα»
και ’γνωρίσαν τι αξίζει της Κομμούνας η σαβούρα.
Εις το Κάστρον μέσα όμως τρέξε ’γρήγορα να ζήσης,
αν ουχί τους Κομμουνίστας, τους ζουρλούς να βοηθήσεις.
Διατί τους φυλακίσαν; Τι του κάκου τους παιδεύουν; Διατί δεν τους
λυπούνται;… Τους τρελούς τους θεραπεύουν.
Απ’ το Κάστρον και τους έξη ας φροντίσουν να τους βγάλουν,
και ολόζωρκους ’ς της σγούρναις της Πλατείας ας τους βάλουν.
Τότε ’ς ούλα τα κανούλια το νερόν ας απολύσουν,
και βεβαίως την υγειά τους, οι φτωχοί, θε ν’ αποκτήσουν.
Ω, τι θέαμα ωραίο! και τους εξ αδερφωμένους
να τους ’βγάλουνε εκείθε τρέμοντας, καταβρεγμένους,
και πληρώσαντας γενναίως μίαν τους ανοησίαν,
με υπαίθριον, μεγάλην, δυνατήν ψυχρολουσίαν.
Κατ’ αυτόν τον τρόπον μόνον να μυαλά των θε ν’ αλλάξουν,
και με φρόνησιν ’ς το μέλλον τη δουλειά τους θα κυττάξουν.
Τότε κάθε νοικοκύρης, που το ’κόπηκε το αίμα,
θα πεισθή πως η Κομμούνα εις την Πάτραν ήτο ψέμμα.
Συνεχίζεται
_______________________________________________
A-infos-gr mailing list
A-infos-gr@ainfos.ca
http://ainfos.ca/cgi-bin/mailman/listinfo/a-infos-gr
A-Infos Information Center